image

Όσο τα βλέμματα των Ελλήνων αναζητούν απεγνωσμένα τον φορέα και τα πρόσωπα εκείνα που θα τους προσφέρουν την λύση των οικονομικών τους προβλημάτων, λίγοι είναι εκείνοι που έχουν την υπομονή, την νηφαλιότητα, αλλά και την προνοητικότητα να εστιάσουν στο προδιαγραφόμενο μέλλον. Ένα μέλλον ζοφερό, που επιφυλάσσει πολύ μεγαλύτερα ζητήματα από αυτό της διασώσεως της περιουσίας και της διασφαλίσεως στοιχειώδους ποιότητος ζωής. Η ανησυχία για την επιβίωσή μας ως έθνος, όποια και αν είναι η ερμηνεία της λέξεως έθνος, είτε αφορά σε μία φυλετικά ομοιογενή οντότητα είτε σε έναν διαχρονικό φορέα ενός μεγαλειώδους πολιτισμού, τοποθετείται από την ελληνική πολιτική ελίτ στην σφαίρα του γραφικού.

Όμως, η Ελλάδα γερνά και δεν γεννά. Ο ελληνικός πληθυσμός συρρικνούται ταχύρρυθμα και το δημιουργούμενο κενό συμπληρώνεται από – εξ’ ανατολών κυρίως – εποίκους. Για όσους αντιλαμβάνονται το ελληνικό έθνος ως έναν ζωντανό οργανισμό με βιολογική συνέχεια τα στοιχεία της Eurostat αλλά και της απογραφής του 2011 δείχνουν ότι μέχρι το 2100 οι Έλληνες δεν θα υπερβαίνουν τα τρία εκατομμύρια, ενώ πριν τα μέσα του επομένου αιώνος δεν θα υπάρχουν.

Από την άλλη, υπάρχει η σχολή που όταν πιστεύει στα έθνη, τα αντιλαμβάνεται απλά ως πληθυσμιακά σύνολα με κοινό πολιτισμό. Η σχολή αυτή, δεσπόζουσα στις ελίτ της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, είναι που χάριν της αναστροφής των συνεπειών της δημογραφικής γηράνσεως, ενθαρρύνει την αποδοχή των μεταναστευτικών ρευμάτων, έχοντας προαποφασίσει την αντικατάσταση των παραδοσιακών ευρωπαϊκών πληθυσμών.

Ακόμη όμως και υπ’ αυτό το πρίσμα, τίποτε δεν δείχνει ότι ο ευρωπαϊκός πολιτισμός και οι βασικοί του πυλώνες, Ελλάδα, Ρώμη και Χριστιανισμός, θα διασωθούν μπροστά στην λαίλαπα που λέγεται ισλαμικός εποικισμός της Ευρώπης. Το πείραμα της ομαλής εντάξεως μεταναστών, όχι απλά απέτυχε, αλλά δείχνει να αποτυγχάνει ακόμη και σε μετανάστες δευτέρας και τρίτης γενεάς. Το Ισλάμ, αλλά και οι πρωτόγονες τριτοκοσμικές κουλτούρες που μεταφέρονται στην ευρωπαϊκή επικράτεια είναι βαριά στεγανοποιημένες, καθιστώντας την αφομοίωσή τους από τους προς ώρας πλεονάζοντες ευρωπαϊκούς πληθυσμούς αδύνατη.

Εμπόδιο γι’ αυτό είναι ο ίδιος ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, ο οποίος – παραδοσιακά ελευθεριακός – αδυνατεί να επιβληθεί διά της βίας. Τουναντίον, στέκεται αμυντικά απέναντι στους όρους που επιβάλλουν μονόπλευρα οι εισαγόμενες κουλτούρες. Κανείς δεν τολμά να επισημάνει την αποτυχία του εγχειρήματος, καθώς αυτό εμπίπτει στις άγραφες ή και έγγραφες διατάξεις της πολιτικής ορθότητος. Η αλήθεια όμως είναι αδυσώπητη: Για τα ευρωπαϊκά έθνη και ειδικά την Ελλάδα η αντίστροφη μέτρηση έχει ξεκινήσει. Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες μετατρέπονται σε κοινωνίες γερόντων. Κοινωνίες που αυτομαστιγωνόμενες, κάνουν την μία έκπτωση μετά την άλλη, χάριν ενός «αναιμάκτου θανάτου».

Σε αυτή τη συγκυρία η Ελλάδα βρίσκεται στην πιο δεινή θέση. Είναι η χώρα με την μεγαλύτερη δημογραφική γήρανση. Ο Συντελεστής Ολικής Γονιμότητος των Ελλήνων κινείται κάτω της μονάδος, την ώρα που για να διασφαλίζεται η εθνική επιβίωση απαιτείται ένας δείκτης άνω του 2,2. Κάθε γενιά που έρχεται θα αντιστοιχεί πλέον στο 60% της προηγουμένης, εικόνα χειρότερη και από αυτήν που προκάλεσε στην Ευρώπη η πανώλη κατά τον Μεσαίωνα. Η Ελλάδα όμως, είναι και η πιο εύκολα προσβάσιμη χώρα για τα μεταναστευτικά ρεύματα, ενώ διέρχεται την μεγαλύτερη οικονομική κρίση πανευρωπαϊκά.

Μοιραία λοιπόν, αν δεν αναθεωρηθεί η μεταναστευτική και οικονομική πολιτική της χώρας μας, θέτοντας ως νέο στρατηγικό στόχο την διατήρηση της δημογραφικής υπεροχής των Ελλήνων εντός των συνόρων της πατρίδος μας και άρα της εθνικής τους κυριαρχίας, κάθε συζήτηση για το μέλλον των παιδιών μας φαντάζει περισσότερο απ’ οτιδήποτε άλλο… γραφική.

Παναγιώτης Δούμας
Αντιπρόεδρος της ΝΕΑΣ ΔΕΞΙΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην ΕΣΤΙΑ της 17/10/2016

Παναγιώτης Δούμας on sabfacebookΠαναγιώτης Δούμας on sabtwitter
Παναγιώτης Δούμας
Αντιπρόεδρος | ΝΕΑ ΔΕΞΙΑ
Ο Παναγιώτης Δούμας είναι αντιπρόεδρος της Νέας Δεξιάς. Έχει σπουδάσει Νομικά και Ιστορία στο Φράιμπουργκ της Γερμανίας. Είναι επιχειρηματίας, και έχει διατελέσει αντιπρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών. Είναι συντελεστής του Δικτύου Ελλήνων Συντηρητικών και αρθρογραφεί στην ΕΣΤΙΑ και στην εβδομαδιαία γερμανική συντηρητική εφημερίδα «Junge Freiheit».